Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ ΤΟΥ ΦΟΘΚ
|
Μια σημερινή όψη του Καραγκιόζη (Πρόγραμμα των παραστάσεων 3-10 Δεκεμβρίου 1976) Η προσπάθεια για να γίνει ό,τι τελικά παρουσιάζεται ξεκίνησε και προχώρησε χωρίς να παρακολουθούμε ή να μας παρακολουθεί ένας μάστορας αυτής της τέχνης. Βασίστηκε κυρίως σε βιώματα και μνήμες όσων έχουμε μια πείρα του θεάματος, μπροστά ή πίσω από το μπερντέ, σε παραστάσεις Καραγκιόζη ή σε άλλη φάση της δουλειάς του, όπως κατασκευή φιγούρας, σκηνικού, στήσιμο μπερντέ. Το πρώτο πρόβλημα της δουλειάς ήταν η επιλογή και η απόκτηση των εργαλείων, έτσι ώστε να είναι σωστά και άνετα στον χειρισμό, και να υπάρχουν για κάθε μελλοντική πρακτική της ομάδας στο μπερντέ, που έγινε ανάλογος με αυτόν στον οποίο έχουν καταλήξει οι επαγγελματίες σήμερα. Η τελική απόφαση για το είδος της φιγούρας είναι πιο κοντά στην παράδοση, εκεί όπου τοποθετείται τελικά η τωρινή μας προσπάθεια σαν μια εισαγωγή για το θέαμα που ακολουθεί και που προχωρεί πέρα από τους στόχους του απλά λαϊκού θεάματος.
|
Αυτά που παρουσιάζονται σήμερα δεν ξεπερνούν πιθανόν το στάδιο της προσπάθειας να επαναληφθούν στοιχεία δοκιμασμένα που ήδη έχουν λειτουργήσει και λειτουργούν στις παραστάσεις των Καραγκιοζοπαιχτών, που είναι οι βασικές πηγές και οι φορείς της λαϊκής αυτής τέχνης. Το «πέρασμα» μέσα από ό,τι έχει ήδη κατακτηθεί από τους ανθρώπους που ζουν τον Καραγκιόζη και ζουν από τον Καραγκιόζη είναι η βάση για να αποκτηθούν οι δυνατότητες για τις επιλογές που μπορεί να γίνουν προκειμένου να προσεγγισθεί πιο άμεσα ή πιο εύστοχα η πραγματικότητα, όπως τη ζούμε οι προβληματιζόμενοι άνθρωποι. Μια βάση για ό,τι θα επακολουθήσει είναι ό,τι θα απομείνει μετά τη σειρά αυτή των παραστάσεων: ο μπερντές, οι σούστες, οι φιγούρες, η κατάκτηση των απλών πρακτικών μυστικών της λειτουργίας του μπερντέ, η κατάρτιση των μουσικών στους σκοπούς του Καραγκιόζη και τέλος ίσως μείνει ένας σπόρος από την πρώτη προσέγγιση μιας παράδοσης ακριβής και βαριάς, το νόημα κι η ομορφιά που μπορεί όλα αυτά να τα κινεί και να τα συνδέει. Καραγκιοζοπαίχτης: Κώστας Καμαριάρης Βοηθός: Ελένη Τριανταφυλλίδου Τον Διονύσιο παίζει ο Κώστας Τσίπηρας Οργανοπαίχτες: Βιολί: Νάνσυ Βαρέλη Κιθάρα και λαούτο: Δημήτρης Πέπας Κλαρίνο: Νίκος Καραστάθης Τις φιγούρες έφτιαξε ο Καραγκιοζοπαίχτης Βάγγος. [Ο Κώστας Τσίπηρας έγραψε το 2001 το βιβλίο «Ο ήχος του Καραγκιόζη» (εκδόσεις Λιβάνη) και είναι μηχανικός βιοκληματικής αρχιτεκτονικής - δρ. χωροταξίας]
|
|
||
![]() Η σημασία του μπερντέ Ο Καραγκιόζης πρώτα απ’ όλα είναι τέχνη λαϊκή, βγαλμένη από συγκεκριμένα κοινωνικά πλαίσια. Τα πρόσωπα αυτού του θεάτρου σκιών κινούνται μέσα στα πλαίσια αυτά, υφίστανται τις συνέπειες μιας διαμορφωμένης κατάστασης, χωρίς ποτέ να επιχειρούν να την καταργήσουν. Μέσα από τις κινήσεις τους και τα λόγια τους φανερώνεται αυτή η κατάσταση, χωρίς να ακολουθεί καμιά πρόταση για να ξεπεραστεί ριζικά. Εκτός από αυτόν τον προσδιορισμό, το Θέατρο Σκιών του τόπου μας προσφέρει τη σοφή τεχνική του, όπως δοκιμάστηκε από χρόνια και χρόνια ζύμωσης με τον λαό.
|
Τα χρόνια που του θύμιζε τη σχέση του με την εκάστοτε εξουσία, στην τόσο φανερή αντίθεση καλύβας-σαραγιού σε καιρούς δύσκολους. Τον έφερνε ακόμη σε επαφή με μια γνήσια τέχνη, όταν δεν υπήρχαν καθόλου ή έστω στη σημερινή τους διάδοση, το θέατρο, ο κινηματογράφος ή η τηλεόραση. Υπάρχει μια οικονομία στα μέσα της παράστασης πρώτα και μετά στον τρόπο που αναπτύσσεται και μεταδίδεται ο μύθος (ή όποια συγκίνηση) σε μια ενότητα μορφής και περιεχομένου. Το ποιόν της φωνής που θα κάνει όλες τις μιμήσεις, ο ρυθμός της παράστασης, ο τρόπος που θα αναπτυχθεί ο δοσμένος απ’ την παράδοση μύθος για να πάρει κάθε στοιχείο του ένα βάρος δίνουν σαν τελικό αποτέλεσμα το ιδιαίτερο ύφος του κάθε μπερντέ και συγκεντρώνονταν πάντα στα χέρια του ενός Καραγκιοζοπαίχτη που στεκόταν πίσω απ’ αυτόν. Η συγκέντρωση αυτή του κέντρου βάρους στον ένα, μαζί με τη ζυγισμένη απλότητα των μέσων, δίνει στον μπερντέ του Καραγκιόζη τη μεγάλη ευελιξία να κρατήσει το ενδιαφέρον οποιουδήποτε κοινού και τη σπάνια αμεσότητα της επικοινωνίας δημιουργού-κοινού. Ο Καραγκιόζης αρχικά και μετά η υπόλοιπη χάρτινη παρέα του παίρνουν κάθε φορά τον χαρακτήρα του συγκεκριμένου Καραγκιοζοπαίχτη, για να αρχίσουν την παράσταση, που μπορεί να εξελιχθεί σ’ έναν διάλογο με το αξιότιμο κοινό.
|
|||
![]() |
Τις δύο φιγούρες (του Γερο-Δράκου Σουλιώτη και του Καπετάν Γκρης) έφτιαξε ο Σπύρος Κουζάρος. |
|||
|
|